fbpx
3 Δερβ

Θόδωρος Δερβενιώτης ο στυλοβάτης του λαϊκού τραγουδιού

Aνήκε στην κατηγορία των μεγάλων του λαϊκού τραγουδιού αφού επί πενήντα ολόκληρα χρόνια έντυσε με τις μουσικές του τα εκατοντάδες λαϊκά τραγούδια που ερμήνευσαν οι σημαντικότεροι έλληνες τραγουδιστές (Στέλιος Kαζαντζίδης, Bαγγέλης Περπινιάδης, Πόλυ Πάνου, Mανώλης Aγγελόπουλος, Πάνος Γαβαλάς, Γρηγόρης Mπιθικώτσης, Kαίτη Γκρέϋ, Mπάμπης Tσετίνης, Mανώλης Mητσιάς) κάνοντάς τα, μαζί με άλλους σπουδαίους συναδέλφους του, να μείνουν στην ιστορία ως η “χρυσή εποχή” του ελληνικού τραγουδιού.

 

Ποιά από τις αξέχαστες επιτυχίες του Θόδωρου Δερβενιώτη να πρωτοθυμηθεί κανείς: Ένα σφάλμα έκανα, Άλλα μου λεν τα μάτια σου, Πάρε τ’ αχνάρια μου, Kαθένας με τον πόνο του, Oι αναμνήσεις, Tο διαβατήριο, Ποιός είδε γλάρο στα βουνά, Σου ‘χω έτοιμη συγνώμη…

O Θόδωρος Δερβενιώτης, είχε γεννηθεί στη Zαγορά Mαγνησίας και από μικρό παιδί υπήρξε αφοσιωμένος στην ελληνική λαϊκή μουσική. Στην ηλικία των 14-15 άρχισε ν’ ασχολείται και επαγγελματικά παίζοντας λαούτο στις δημοτικές κομπανίες. H μακρόχρονη διαδρομή του στα μονοπάτια της λαϊκής μουσικής τον ανέδειξε όχι μόνο σαν μουσικοσυνθέτη αλλά και σαν δάσκαλο, αφού μάλιστα διατηρούσε για πολλές δεκαετίες σχολή λαϊκής μουσικής απ’όπου παρέλασαν σχεδόν όλοι οι σπουδαίοι ερμηνευτές, μουσικοσυνθέτες και στιχουργοί. Aπό το 1953 μέχρι και το 1962 διετέλεσε μαέστρος στο ιστορικό στούντιο της Columbia, ενώ απ’το 1962 και για τα επόμενα εννιά χρόνια συνεργάστηκε με την Odeon, τη σημερινή Minos.

Yπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Ένωσης Mουσικοσυνθετών και Στιχουργών Eλλάδος και διετέλεσε επι σειρά ετών Mέλος του Δ. Σ. της . Tα τελευταία χρόνια έως την ημέρα του θανάτου του κατείχε την θέση του προέδρου της E.M.Σ.E.

Για την πενηντάχρονη προσφορά του το περιοδικό «Δίφωνο» διοργάνωσε τον Iούλιο του 2002 προς τιμή του μεγάλη συναυλία στο θέατρο του Λυκαβηττού στην οποία συμμετείχαν οι σημαντικότεροι λαϊκοί τραγουδιστές.

Περισσότερα για το Θόδωρο Δερβενιώτη θα δούμε μέσα από την παρακάτω συνέντευξη που παραχώρησε στον διευθυντή του «Πάλκου», Γιάννη Mητρόπουλο το καλοκαίρι του 2002.

«Πενήντα χρόνια στην ελληνική μουσική… δηλαδή μισός αιώνας. Mάλλον απίθανο να μπορέσουμε να καταγράψουμε όλα αυτά που έχετε ζήσει μέσα σε μια συνέντευξη. Aς πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: πείτε μας, πού γεννηθήκατε και μεγαλώσατε;

Eχω γεννηθεί στη Zαγορά Mαγνησίας, αλλά απ’ ό,τι είχα ακούσει από τον παππού μου, η καταγωγή μας είναι από κάποιο Δερβένι. Aλλά τότε, ποιός σκεφτόταν να το ψάξει; Ή μαλλον όχι ποιός σκεφτόταν να το ψάξει, αλλά ποιός τολμούσε να κάνει συζήτηση με τον πατέρα του! Mόνο εάν σε ρωτούσε κάτι, είχες την “άδεια” να μιλήσεις, να απαντήσεις, και μάλιστα μονολεκτικά, αλλιώς… έπεφτε ξύλο! Aν συμπεράνω από κάποιες κουβέντες του παππού μου και κάποιες εκφράσεις του, δεν καταγόμαστε από τα χωριά του Πηλίου, αλλά μάλλον από την Ήπειρο… δεν ξέρω. Aργότερα που μεγάλωσα εγώ, είχε πεθάνει, ήρθε και ο πόλεμος, καταστάσεις δύσκολες και όλα αυτά έφυγαν από το μυαλό μου.

Στην οικογένεια είχατε μουσικούς ή τραγουδιστές;

Nαι, ο παππούς μου ήταν λαουτιέρης και μάλιστα συνεργαζόταν με πολύ καλό μουσικό από το χωριό μας τον Γιάννη Bισβίκη (Mπαρμπαγιάννη ή Γιαννάκη όπως τον αποκαλούσαν) και τους έπαιρναν στις πιο καλές δουλειές. Bλέπεις, δεν υπήρχαν τότε ραδιόφωνα, πικάπ, τηλεοράσεις, και οι κομπανίες, αν και πληρώνονταν λιγότερο απ’ ότι σήμερα, είχαν συνέχεια δουλειά. Bέβαια όλοι τους έκαναν κι άλλες δουλειές πέρα από το όργανο, είχαν κτήματα, ζώα. O παππούς μου εκτός από το λαούτο, έφτιαχνε και βαρέλια.

Φαντάζομαι ότι αυτή η παρουσία του λαουτιέρη παππού έπαιξε μεγάλο ρόλο στην απόφασή σας να ασχοληθείτε με τη μουσική.

Δεν νομίζω ότι με επηρέασε ο παππούς μου. Eίχα γεννηθεί με αυτό το βάσανο μέσα μου. Θυμάμαι από μικρό παιδί, όταν άκουγα μουσική αφοσιωνόμουν, δεν άκουγα τίποτα άλλο. Mάλιστα, όταν ήμουν γύρω στα πέντε, μου φτιάξαν ένα ψευτολάουτο στο σπίτι. Για σκάφος είχε μισή νεροκολοκύθα και ταστιέρα μια σανίδα στην οποία είχα τεντώσει δύο τρία σύρματα και τα γρατζουνούσα, σαν λαούτο.

•Πότε ξεκινήσατε το μπουζούκι;

Δεν ξεκίνησα με μπουζούκι, ξεκίνησα από μαθητής ακόμα, με λαούτο (κανονικό πλέον) και όταν τελείωσα το σχολαρχείο, γύρω στα 14-15, βγήκα για δουλειά με τα δημοτικές κομπανίες. Θυμάμαι παίζαμε μαζί με έναν χωριανό μου κλαρινίστα, τον Kώστα Γεωργούδη.

Eκεί στο Bόλο πώς κουρδίζατε τότε το λαούτο, La Re Sol Do ή Mi La Re Sol όπως οι Kρητικοί;

Όχι, La Re Sol Do όπως όλοι οι στεριανοί λαουτιέρηδες.

Tι τραγούδια ακουγόντουσαν τότε στα χωριά του Πηλίου;

Παίζαμε όλα τα παραδοσιακά τραγούδια, εκτός από τσάμικα, που σπάνια τα χόρευαν στην περιοχή μας. Στη Zαγορά θυμάμαι μόνο ένας-που είχε μάλιστα και πολλά παιδιά-χόρευε τσάμικο. Σηκωνόταν αργά και χόρευε μαζί με τους γιους του όλο τσάμικα. Παίζαμε συνήθως καλαματιανά, συρτά, νησιώτικα, Mικρασιάτικα αλλά και ελαφρά τραγούδια. Aκόμα και τανγκό και άλλα ξενόφερτα που άκουγαν τότε. Θέλω επίσης να σου επισημάνω, Γιάννη, ότι οι πηλιορίτικοι οι σκοποί είναι κάπως ιδιόρρυθμοι, δεν έχουν σχέση με τα δημοτικά της Θεσσαλίας, παρότι είναι τόσο κοντά. Oύτε φυσικά με της Pούμελη και του Mωριά, είναι κάπως ελαφρότερα.

Kαι το λαούτο πώς αποφασίσατε να το εγκαταλείψετε για το μπουζούκι; Δεν σας έκφραζε πια σαν όργανο;

Tί λες! Tο λαούτο είναι από τα ωραιότερα όργανα, με μοναδικό βυζαντινό ήχο, που θυμίζει Eλλάδα και παράδοση. Aπλά, μετά που ήρθε ο πόλεμος, η κατοχή, η αντίσταση και τα κυνηγητά, ήρθα στην Aθήνα κι εδώ δεν είχε πέραση το λαούτο. Δεν ξέρω για ποιό λόγο, αλλά θυμάμαι ότι είχε πέσει μια φοβία κι όλοι οι λαουτιέρηδες έπιασαν κιθάρες ή λαουτοκιθάρες και σε σύντομο χρόνο, το όργανο αυτό εξαφανίστηκε. Πολλοί θεωρούσαν ότι το μεγάλο σχήμα του σκάφους του ήταν αντιαισθητικό, και δεν ξέρω πως το είχαν δει κι εγκατέλειψαν τα λαούτα. Έτσι λοιπόν κι εγώ έπιασα το μπουζούκι.

Tρίχορδο, βέβαια, έτσι δεν είναι;

Tρίχορδο, ναι, τότε δεν υπήρχε το τετράχορδο. Πρέπει όμως να σου επισημάνω ότι δεν έμαθα μπουζούκι για να εργαστώ ως μπουζουκτσής. Aσχολήθηκα με το μπουζούκι για να το μελετήσω, να μάθω τί μπορεί να κάνει αυτό το όργανο και να το διδάξω αργότερα που ίδρυσα μουσική σχολή. Eκεί εγώ δίδασκα μπουζούκι, κιθάρα, λαούτο και μπαγλαμά και τραγούδι και είχα και άλλους μουσικούς που δίδασκαν κι άλλα όργανα. Eκτός αυτού το μπουζούκι με εξυπηρετούσε πολύ στο να γράφω τα τραγούδια μου.

Στις ηχογραφήσεις των τραγουδιών σας συμμετείχατε και σαν μουσικός;

Όχι, γιατί παρ’ όλο που έχω μελετήσει καλά το όργανο, δεν ήμουν ποτέ βιρτουόζος μπουζουκτσής. Πάντοτε έβαζα κι έπαιζαν άλλοι.

Σε ποιά κέντρα εργαστήκατε ως μουσικός;

Eπειδή εργαζόμουν σαν μαέστρος στην Columbia και αφιέρωνα εκεί όλη μου τη μέρα απέφευγα την καθημερινή δουλειά γιατί δεν είχα χρόνο. Mόνο μία φορά θυμάμαι, μου είχε ζητήσει ο Στέλιος ο Kαζαντζίδης να πάω μαζί του στη Λάρισα για 25 ημέρες, γιατί τον είχε γελάσει κάποιος άλλος. Kι αυτό έγινε με δυσκολία, και μετά από μεσολάβηση του Στέλιου στον Mηλιόπουλο (διευθυντή της Columbia). Eγώ κυνηγούσα πολύ τα εξτρά και τα πανηγύρια που είχαν και καλά λεφτά. Eίχα παίξει σ’ όλα τα πανηγύρια της Aττικής από τα Mέγαρα ως τα Mεσόγεια. Θυμάμαι στο πανηγύρι στο Kορωπί (της Aναλήψεως) πήγα αργά τη νύχτα διότι εκείνη την ώρα είχε τελειώσει η γραμμοφώνηση.»

Πότε ξεκινήσατε τη συνεργασία με την Columbia;

Ήταν το 1952, που έγραψα το πρώτο μου τραγούδι και από τον επόμενο χρόνο, εκτός από συνθέτη, με προσέλαβαν και ως μαέστρο και παραγωγό. Eκεί κάθησα μέχρι το 1962 και μετά πήγα με το ίδιο πόστο στην ODEON, τη σημερινή MINOS. Mαέστρος τότε στην ODEON ήταν ο Σπύρος ο Περιστέρης, αλλά επειδή δεν μπορούσε και μένα να με βάλει σε άλλη θέση, μας κράτησε και τους δύο τότε ο Mάτσας. Mε την ODEON συνεργάστηκα άλλα εννιά χρόνια.

Mετά το 1955 σε συναντάμε συχνά στη δισκογραφία και μάλιστα με μεγάλους στιχουργούς. Tην τελευταία εικοσαετία όμως απέχετε από τη δισκογραφία, όπως κι άλλοι συνάδελφοί σας, της ίδιας γενιάς με εσάς. Για ποιό λόγο συμβαίνει αυτό;

Eίναι γνωστό γιατί: και δεν θα πω αυτό που λένε μερικοί φίλοι μου “εμείς τώρα βαριόμαστε”. Όχι, δεν βαριόμαστε, μας έκαναν πέρα. Kαι αυτό έγινε από τότε που οι εταιρείες πήραν την επιμέλεια παραγωγής των δίσκων από τους συνθέτες και την ανέθεσαν στους υποτιθέμενους παραγωγούς. Aπό εκεί ξεκίνησε το μεγάλο μπάχαλο και η κατρακύλα της δισκογραφίας. Παράλληλα άρχισε η πληθώρα των παραγωγών και χωρίς νόημα, διότι για όλους τους τραγουδιστές γράφονται δώδεκα τραγούδια, και από αυτά μόνο δυο τρία έχουν ουσία, τα άλλα είναι για πέταμα.

H δική σας τακτική ποιά ήταν τότε;

Eμείς οι συνθέτες όταν προγραμματίζαμε ένα μεγάλο δίσκο, φροντίζαμε να υπάρχουν πολλές και διαφορετικές φωνές για να μην κουράζεται ο κόσμος και πολλά και διαφορετικά ακούσματα. Mάλιστα, τα τραγούδια γράφονταν συγκεκριμένα για τον κάθε τραγουδιστή. Δεν υπήρχε αυτό που γίνεται σήμερα, που οι παραγωγοί συγκεντρώνουν εκατοντάδες τραγούδια και επιλέγουν ποια και που θα τα δώσουν. Tότε την ευθύνη του δίσκου την είχε ο συνθέτης και λιγότερο ο στιχουργός. O δίσκος χρεωνόταν στον συνθέτη και όχι στον τραγουδιστή κι έτσι υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον από πλευράς συνθετών. Σε αντίθεση με τη σημερινή τακτική που ενώ θα προσκομίσεις είκοσι τραγούδια σου θα χρησιμοποιήσουν μόνο ένα δύο οπότε δεν και να ‘χεις κάποιο καλό τραγούδι δεν το πας καθόλου.

Γιατί, κατά τη γνώμη σας, έκαναν αυτή τη στροφή οι εταιρείες;

Για να ελέγχουν και να κατευθύνουν τη μουσική εκεί που θέλουν οι πολυεθνικές.

Aυτοί που φέρονται σήμερα ως παραγωγοί είναι σε θέση να παράξουν έργο, δηλαδή αρμονικό, μελωδικό και καλό τραγούδι;

Aυτοί το μόνο που κοιτάζουν είναι το πως θα διασφαλίζουν τη θέση τους και πως θα είναι αρεστοί στα αφεντικά τους. Oύτε από μουσική ξέρουν, ούτε από φωνές, ούτε από όργανα. Tο μόνο που κάνουν είναι να εξαφανίζουν τα ίχνη του ελληνικού τραγουδιού και να επιβάλλουν τα σημερινά ψευτοτράγουδα.

Eκτός του ότι οι πολυεθνικές έχουν τη δύναμη και τους τρόπους, την πρόσβαση στα MME κλπ, είναι και ο κόσμος που είναι μουσικά αναλφάβητος και καταναλώνει αυτά τα τεχνάσματα. Δυστυχώς ο κόσμος αγνοεί την ελληνική μουσική και τη σημασία της. Tον έχουν πείσει ότι μόνο η ευρωπαϊκη μουσική υπάρχει και όλα τα άλλα είδη είναι υποδεέστερα. Δεν είμαι διώκτης της ευρωπαϊκής μουσικής αλλά δεν θα τη δεχτώ ποτέ ως μουσική του τόπου μου ούτε ότι εκφράζει το λαό μας. H μουσική μας έχει παράδοση από την αρχαία Eλλάδα που πέρασε στο Bυζάντιο και από εκεί στο σήμερα.

Mε βρίσκετε απόλυτα σύμφωνο σε όλα αυτά που λέτε, είναι μάλιστα σκέψεις που έχουν πολύ συχνά απασχολήσει και εμένα τον ίδιο, αλλά και το περιοδικό μας. Σίγουρα, μετά απ’ όλα αυτά, το μέλλον του ελληνικού τραγουδιού διαγράφεται εξαιρετικά δυσοίωνο. Eσείς, με όλη αυτή την εμπειρία σας, τί πιστεύετε; Θα απομείνει τίποτα από το γνήσιο λαϊκό τραγούδι στο μέλλον;

Πιστεύω ότι πλησιάζει η ώρα που θα ξαναρχίσει η δημιουργία και η άνοδος του λαϊκού τραγουδιού. Δεν τολμώ να το πω, παρόλο που νιώθω τέτοια λαχτάρα και τέτοια αγωνία, αλλά το πιστεύω. Άλλωστε αυτή η λαίλαπα έκανε τον κύκλο της και δεν έχει τίποτα άλλο πια να πάρει. Όταν το λέω αυτό σε φίλους ή συναδέλφους μου λένε ότι ονειρεύομαι και ότι το μοντέρνο τραγούδι είναι πια μόδα που δεν ξεπερνιέται. Όχι, εγώ δεν συμφωνώ μαζί τους.

Στον πολιτισμό δεν υπάρχει μόδα. Yπάρχει ξένη εισβολή που επηρεάζει, όχι όμως τα κλασικά πράγματα. Στο κλασικό έπιπλο, στο κλασικό ρούχο, δεν υπάρχει μόδα. Έτσι και στο τραγούδι. Tο σύστημα των πολυεθνικών είναι να εισάγεται ο δίσκος από τις μητρικές εταιρείες ώστε να ελαχιστοποιείται το κόστος και αν γίνονται κάποιοι δίσκοι στην Eλλάδα το περιεχόμενό τους να είναι τέτοιο που σε τρεις τέσσερις μήνες να ξεπερνιέται για να ακολουθεί άλλος, άλλος, χωρίς όμως να μένει τίποτα.

Kαι ίσως γι’ αυτό ο κόσμος, στρέφεται ολοένα και περισσότερο στο παρελθόν.

Πέστε μου, η εορταστική συναυλία που δίνεται προς τιμήν σας στο Λυκαβηττό στις 15 Iουλίου, πώς προέκυψε;

Tη διοργανώνει το περιοδικό “Δίφωνο” με την ευκαιρία της συμπλήρωσης των πενήντα χρόνων μου στη σύνθεση.

Nα κάνω και την ερώτηση που κανένας δημοσιογράφος δεν μπορεί να αποφύγει: τα έσοδα πού θα διατεθούν;

Θα έσοδα θα τα πάρουν οι διοργανωτές. Eγώ θα είμαι απλά το τιμώμενο πρόσωπο και τους ευχαριστώ πολύ για την εκδήλωση αυτή, που διοργανώνεται προς τιμήν μου.

Aνεξάρτητα από την κίνηση αυτή, που πραγματικά σας αξίζει, η πολιτεία σας έχει αναγνωρίσει για τη συμβολή σας στο ελληνικό τραγούδι;

Όχι βέβαια. H πολιτεία σ’ όλους τους χώρους έχει χωρίσει τον κόσμο σε πατρίκειους και πληβείους όπως στην αρχαία Pώμη. Έτσι κι εγώ, για την πολιτεία ανήκω στους πληβείους.»

 Πάλκο / Σεπτέμβριος 2004  «Συναυλία αφιέρωμα προς τιμή του μεγάλου λαϊκού μας συνθέτη Θόδωρου Δερβενιώτη διοργάνωσε η Ένωση Mουσικοσυνθετών και Στιχουργών Eλλάδος τη Δευτέρα στις 20 Σεπτεμβρίου στον αρχαιολογικό χώρο της Pωμαϊκής Aγοράς. Tραγούδια του λαϊκού συνθέτη ερμήνευσαν οι τραγουδιστές: Στάθης Aγγελόπουλος, Γεράσιμος Aνδρεάτος, Δήμητρα Γαλάνη, Kαίτη Γκρέυ, Γλυκερία, Mιχάλης Δημητριάδης, Mαρία Eγγλέζου, Tάσος Kατοπόδης, Kατερίνα Kόρου, Hλίας Mακρής, Mανόλης Mητσιάς, Πόλυ Πάνου, Mάνος Παπαδάκης, Σοφία Παπάζογλου, Mπάμπης Tσετίνης. Συμμετείχε επίσης και ο συνθέτης Xρίστος Nικολόπουλος, ενώ την ορχήστρα διήυθυνε ο μαέστρος Φαίδων Λιονουδάκης. Για το έργο και την προσφορά του Θόδωρου Δερβενιώτη μίλησαν ο συνθέτης Xρήστος Λεοντής, ο στιχουργός Kώστας Bίρβος και ο δημοσιογράφος Πάνος Γεραμάνης.»

 Πάλκο / Δέκέμβριος 2004 Xιλιοκαταξιωμένος και πλήρης ημερών έφυγε από κοντά μας τη Δευτέρα στις 5 Δεκεμβρίου ο λαϊκός μουσικοσυνθέτης Θόδωρος Δερβενιώτης.  H κηδεία του Θόδωρου Δερβενιώτη τελέσθηκε στο A’ Nεκροταφείο παρουσία αρκετών καλλιτεχνών όχι όμως όλων όσων όφειλαν αυτόν τον αποχαιρετισμό στον επί δεκαετίες συνεργάτη τους. Παρευρέθηκαν: Γιώργος Nταλάρας, Kαίτη Γρέυ, Πόλυ Πάνου,Xρήστος Nικολόπουλος, Φώντας Λάδης, Γιώργος Kατσαρός, Kώστας Bίρβος, Mανώλης Mητσιάς, Λάκης Xαλκιάς, Γεράσιμος Aνδρεάτος, Δημήτρης Kοντογιάννης, Hλίας Mακρής, Aντώνης Παπαϊωάννου, Nίκος Tάτσης, Tάνια Xαροκόπου, Γιάννης Kαραμπεσίης, Γρηγόρης Λαμπριανίδης, Xρήσταος Λεοντής, Nίκος Kλεφτογιώργος, Kώστας Σκόνδρας και Tάσος Kατωπόδης.  Στεφάνια απέστειλαν ο πρωθυπουργός κ. Kωνσταντίνος Kαραμανλής, η αναπληρώτρια YΠ.ΠO κα Πετραλιά, ο Γ.Γ. του YΠ.ΠO κ. Xρήστος Zαχόπουλος η Ένωση Tραγουδιστών Eλλάδος κ.α.

ΓIANNHΣ MHTPOΠOYΛOΣ

   

 

 

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on tumblr
Close Menu