ΝΤΑΒΕΛΗΣ 3

Τα τραγούδια των ληστών στην δισκογραφία του γραμμοφώνου

Με την σύσταση του Ελληνικού κράτους και την έλευση του βασιλιά Όθωνα ο οποίος  στελεχώθηκε από Βαυαρούς και άλλους αστούς Έλληνες, πολλοί από τους πρωταγωνιστές της επανάστασης που περίμεναν κάποια ανταμοιβή για την προσφορά τους παραγκωνίστηκαν και ένοιωσαν αδικημένοι και ταπεινωμένοι. Εκδηλώνοντας την δυσαρέσκεια τους προς το Κράτος, άλλοι απειλήθηκαν άλλοι διώχθηκαν και πολλοί φυλακίσθηκαν. Εξαθλιωμένοι καπεταναίοι που πολεμούσαν χρόνια βρέθηκαν σε δύσκολη θέση μη έχοντας καμία βοήθεια και στήριξη να ζήσουν. Η αγανάκτηση τους μεγάλωνε περισσότερο όταν έβλεπαν να διορίζονται σε δημόσιες θέσεις άνθρωποι που δεν είχαν προσφέρει τίποτε στον Αγώνα. Μη έχοντας άλλη λύση ξαναβγήκαν στα βουνά.  Όχι σαν πολεμιστές αλλά ως κλέφτες, ληστές, απαγωγείς και ότι άλλο θα τους απέφερε τα προς το ζην.  Όλοι αυτοί οι παράνομοι ενωνόντουσαν σε  συμμορίες και προέβαιναν σε διάφορες βίαιες πράξεις υποδυόμενοι ότι απονέμουν κοινωνική δικαιοσύνη. Με κάποιες πράξεις τους που είχαν αίσθημα δικαίου κέρδιζαν την λαϊκή συμπαράσταση και θεωρήθηκαν αντιστασιακοί από το λαό ο οποίος συνήθως τους βοηθούσε και του υπέθαλπε. Παρότι ήταν παρακρατικοί και μισητοί στις Κυβερνήσεις, είχαν καταφέρει να είναι αρεστοί στις αντιπολιτεύσεις που τους αξιοποίησαν για ίδιο όφελος πολλές φορές. Φανταστείτε πόσο αδύναμο και ανοργάνωτο ήταν το νεοσύστατο κράτος μας που εκβιαζόταν από του ληστές και ο πονοκέφαλος που προκαλούσαν ήταν ανυπόφορος. Με την επικήρυξη τους με χρηματικό αντίτιμο λίγα κατάφερε η Πολιτεία. Η «λύτρωση» ήρθε με ένα διάταγμα της κυβέρνησης Πάγκαλου το 1924, σύμφωνα με τον οποίο, ο  ληστής που θα σκότωνε άλλον ληστή, θα αμνηστευόταν. Πράγματι το μέτρο απέδωσε διότι έσπειρε τη διχόνοια στις ληστρικές συμμορίες που δεν ήξεραν από ποιον να πρώτο-φυλαχτούν.

Ο λήσταρχος Χρήστος Νταβέλης

Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Χρήστος Νάτσιος. Νταβέλης στ’ αρβανίτικα σημαίνει ζόρικος, γενναίος, παλικαράς. Ο Χρήστος Νάτσιος είχε γεννηθεί στο Στείρι Βοιωτίας αλλά η καταγωγή του ήταν από την Ήπειρο από οικογένεια Αρβανιτόβλαχων. Σύμφωνα με την παράδοση ο Νταβέλης ήταν τσοπάνης στα κοπάδια της Μονής Νταού Πεντέλης και κάποια στιγμή σύναψε ερωτική σχέση με μια μοναχή που την ήθελε και ο ηγούμενος της Μονής ο οποίος όταν το έμαθε τον κατηγόρησε στις Αρχές για κλοπή μοναστηριακών αγαθών όπου συνελήφθη από τη Χωροφυλακή και βασανίστηκε άγρια. Αποχωρώντας από τη Μονή εγκαταστάθηκε στα Στύρα όπου ερωτεύτηκε την κόρη ενός παπά που την είχε τάξει σε ένα μεγαλοτσέλιγκα της περιοχής. Κάποια στιγμή ένα απόσπασμα που έψαχνε κάποιο Νάτσο φυγόστρατο στην περιοχή συνέλαβε ύστερα από υπόδειξη του τσέλιγκα τον Νταβέλη ο οποίος μάταια προσπαθούσε να τους εξηγήσει ότι δεν είναι αυτός και ο καταδότης τον υπέδειξε για τον εκδικηθεί. Προσπάθησαν να το συλλάβουν και επάνω στη συμπλοκή ο Νταβέλης σκοτώνει ένα Χωροφύλακα του αποσπάσματος και βγαίνει πλέον στα βουνά. Προσαρτήθηκε στη ομάδα ενός θείου λήσταρχου του Μπελούλια που είχε το ψευδώνυμο Κακαράπης και ζούσε επικηρυγμένος στην παρανομία. Αργότερα σύστησε δική του συμμορία καθότι ήταν πανέξυπνος και οργανωτικός και επιδίδονταν σε μεγάλες ληστείες στην περιοχή. Στη ομάδα του μεταξύ των άλλων ήταν και ο Θανάσης Μέγας που ήταν αδελφικός του φίλος και τον είχε ορίσει ως υπαρχηγό. Η σχέση τους κλονίστηκε όταν η Ιταλίδα κόμισσα Λουίζα Μπανκόλι που είχε ζητήσει την προστασία της ομάδας Νταβέλη να επισκεφθεί τους Δελφούς ερωτεύθηκε τον Νταβέλη αλλά την είχε ερωτευθεί και την είχε βάλει στο μάτι ο Μέγας.Μετά από μια παρεξήγηση ο Μέγας αποχωρεί από τη συμμορία και κατατάσσεται στην Χωροφυλακή (η οποία προσέλκυε ληστές για να τους χρησιμοποιεί εναντίον των συμμοριών), ορκισμένος άσπονδος εχθρός του Νταβέλη. Ήταν τέτοιο το πάθος του που ήθελε να τον εξολοθρέψει πάση θυσία. Η φήμη του Νταβέλη μεγάλωσε το 1855 όταν η ομάδα του απήγαγε τον Γάλλο αξιωματικό Μπρετώ που είχε έλθει στον Πειραιά επικεφαλής του Αγγλο-Γαλικού στόλου για να αποτρέψει τη συμμετοχή της Ελλάδος στον Πόλεμο της Κριμαίας στο πλευρό των Ρώσσων. Ως λύτρα της απαγωγής, η Ελληνική κυβέρνηση κατέβαλε στον Νταβέλη το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 30.000 δραχμών. Η απαγωγή του Μπρετώ που ηγείτο της Κατοχικής παρέμβασης, θεωρήθηκε αντιστασιακή πράξη και στη συνείδηση του κόσμου ο Νταβέλης κατέστη ήρωας. Έτσι μεγάλωσε η αίγλη του και προξενούσε ευκολότερα ληστείες και άλλες παράνομες πράξεις προκαλώντας πονοκέφαλο στην κυβέρνηση που ήταν αδύναμη και ανίκανη να δαμάσει τις ληστρικές συμμορίες που ήταν πάμπολλες και δικτυωμένες. Το μόνο όπλο του Κράτους ήταν η χρηματική επικήρυξη των ληστών που επέφερε αποτελέσματα και συνήθως με πρωτοβουλίες ατόμων που ανήκαν στις συμμορίες των επικηρυγμένων που γνώριζαν τις κινήσεις τους. Στη περίπτωση Νταβέλη το κίνητρο δεν ήταν μόνο τα χρήματα αλλά το προσωπικό μένος του Θανάση Μέγα ο οποίος ένιωθε ταπεινωμένος που του πήρε τη γυναίκα ο Νταβέλης. Μύθος λέει ότι Νταβέλης μεταμφιεζόταν και κυκλοφορούσε ανενόχλητα στην Αθήνα έχοντας καταφύγιο την σπηλιά των Αμώμων στην Πεντέλη που πιθανολογείται ότι μέσω υπόγεια σήραγγας έφθανε στη βίλα της Δουκίσσης Πλακεντίας με την οποία είχε προσωπική σχέση. Το 1856 η ομάδα Νταβέλη ληστεύει το τμήμα Χωροφυλακής στο Μενίδι παίρνοντας ακόμη και τα όπλα των χωροφυλάκων. Η πράξη αυτή εξόργισε τις Αρχές και ένα απόσπασμα ηγούμενο από το Θανάση Μέγα τον έψαχνε απεγνωσμένα. Ο Νταβέλης είχε ζητήσει από την κόμισσα Μπανκόλι να τον φυγαδεύσει στην Ιταλία αλλά η Αστυνομία το είχε υποψιαστεί και παρακολουθώντας μυστικά την αλληλογραφίας της έφθασε στα χνάρια του Νταβέλη ο οποίος κρυβόταν στον Παρνασσό. Ένα πρωί το απόσπασμα  του Μέγα περικυκλώνει το Νταβέλη στην περιοχή Ζεμενό της Βοιωτίας και ακολουθεί αιματηρή συμπλοκή με 18 νεκρούς. Ο Μέγας ορκισμένος, φθάνει μέχρι το ταμπούρι του και προσπαθεί να του πάρει το κεφάλι αλλά ο Νταβέλης προλαβαίνει και τον πυροβολεί πριν πέσει νεκρός από σφαίρα άλλου χωροφύλακα και πέφτουν και δυο στο έδαφος. Σύμφωνα με την παράδοση πριν ξεψυχήσουν αντάλλαξαν διάφορα λόγια, όπως « Με ‘φαγες γαλονά» Έτσι το καλοκαίρι του 1856 το κεφάλι του Νταβέλη βρισκόταν για πολλές ημέρες καρφωμένο σε ένα κοντάρι που ήταν στημένο στην Πλατεία Συντάγματος για να δείξει το Παλάτι ότι ελέγχει τη κατάσταση. Ο λαός που είχε την τάση να ηρωοποιεί τους ληστές θεωρώντας τους αρωγούς των φτωχών και των αδικημένων που πολλές φορές είχε και δίκαιο, έπλασε διάφορους μύθους για το Νταβέλη και του έφτιαξε και πασίγνωστο Τσάμικο που κυκλοφορεί στη δισκογραφία σε τουλάχιστο 20 διαφορετικές εκτελέσεις.

Τουλάχιστον δέκα παραλλαγές του ”Νταβέλη” ηχογραφήθηκαν στην Αμερική. Μάλιστα στην ηχογράφηση του 1927 από την Columdia με τη  φωνή του Σωτήρη Στασινόπουλου από την Στρέζοβα (Δάφνη) Καλαβρύτων τιτλοφρείται: ”Κακαράπης και Νταβέλης” και είναι η πιό σωστή διότι το λαϊκό τραγούδι λέει: ”Τους κλέφτες τι τους κάνατε και του Κακαραπαίους” όχι τους καπεταναίους που ακούγεται σέ όλες τις επόμενες ηχογραφήσεις.

Η πρώτη ηχογράφηση έγινε το 1912 από την εταιρεία FAVORIT RECORD το 1912 με τη  φωνή του Λευτέρη Μελεμενλή.

Την ίδια εποχή η DP ZONOPHONE ηχογραφεί το ”Νταβέλη” με την Ελληνική Εστουντιαντίνα.

Το τραγούδι είχε μεγάλη πέραση και το 1918 το ξαναηχογραφεί με το Λευτέρη Μελεμενλή και η Columdia

Το 1922 ο ”Νταβέλης  ξαναηχογραφείται από την VICTOR AMERICA με τη φωνή της Μαρίκας Παπαγγίκα η οποία το ηχογράφησε και αργότερα και στη ελληνική Columdia

Μετά από δυό χρόνια η VICTOR AMERICA το ξαναηχογραφεί το ”Νταβέλη” με την τη φωνή του Πέτρου Ζουναράκη

Η γνωστή και επικρατέστερη τότε Ελληνίδα τραγουδίστρια στην Αμερική κα Κούλα  ηχογραφεί το 1919 στην Panhellenion το ”Νταβέλη” και αυτή.

Την ίδια εποχή ο ”Νταβέλης”  ξαναηχογραφείται από την STANTARD AMERICA με τη φωνή της Μαρίας Αλεξάνδρου

Το 1939 η ORTHOPHONIC AMERICA ηχογραφεί το ”Νταβέλη” με το Τρίο Γκαντίνη

Μια ακόμα ηχογράφηση Αμερικής είναι από τη ΟΚΕΗ AMERICA το 1929 με το Πάνο Τσίγκαρο

Η τελευταία η πιο καλή και πιο γνωστή ηχογράφηση στην Αμερική είναι από την ΝΙΝΑ RECORD με τη Γεωργία Μητάκη με τη συνοδεία του κλαρίνου του Γιώργου Ανεστόπουλου. Το τραγούδι κυκλοφόρησε και κυκλοφορεί ευρέως και στην Ελλάδα και από αυτή την εκτέλεση έγινε πασίγνωστο.

Η ΟDEON GERMANY ηχογραφεί το ”Νταβέλη” με το Βασίλη Γκανιά και κυκλοφορεί και στην Ελλάδα από την εδώ αντιπροσωπεία της.

Άλλη μια Γερμανική εταιρεία η POLYDOR ηχογραφεί το ”Νταβέλη” το 1929 πάλι με το Λευτέρη Μελεμενλή (τρίτη εκτέλεση)

Στην Ελλάδα ηχογραφείται ξανά γύρω στο 1929 από την HIS MASTRERS VOICE με το Βαγγέλη Ζαραλή από την Αρτοτίνα.

Ττο 1933 η PARLOPHON ΕΛΛΑΔΑΣ ηχογραφεί το ”Νταβέλη  με το Γιάννη Παναγιωτόπουλο από το Λεβίδι.

Μια ακόμη ηχογράφηση της εποχής του γραμμοφώνου κυκλοφορεί από την ORION RECORD με τη φωνή κάποιου Γιαγκούλη (αγνώστων άλλων στοιχείων)

Στην Ελλάδα το τραγούδι του Νταβέλη που σε πολλές περιπτώσεις τιτλοφορείται και  ”Αράχωβα” ή “Κατακαημένη Αράχωβα” το συναντούμε με το Γρηγόρη Τουλούση σε ηχογράφηση της ODEON το 1929, με το Δημήτρη Αραπάκη σε ηχογράφηση της Columdia το 1930 με το Δημήτρη Ατραϊδη σε ηχογράφηση της HIS MASTRERS VOICE το 1939, με το Γιώργο Παπσιδέρη  σε ηχογράφηση της Columdia πάλι το 1939 και ίσως και άλλων που δεν γνωρίζουμε.

Ένα ακόμη τραγούδι που αναφέρεται στον λήσταρχο της ομάδας Νταβέλη τον Κακαράπη που το πραγματικό του όνομα ήταν Λουκάς Μπελούλιας απο το Κυριάκι Βοιωτίαςείναι και το τραγούδι του ”Βελούλα” που ηχογραφήθηκε με το Γιώργο Παπασιδέρη το 1936.

«Ποιός έχει αράδα σήμερα να βγει στο καραούλι

Βελούλιας έχει σήμερα τρεις ώρες πριν να φέξει

Βελούλια  πρόσεξε καλά τι ‘μαστέ προδομένοι»

Αυτές είναι ηχογραφήσεις της εποχής του γραμμοφώνου. Σε δίσκους 45 και 33 στροφών ακολουθούν τουλάχιστον πενήντα ακόμη ηχογραφήσεις.

Εκτός όμως τις ηχογραφήσεις που αναφέραμε κυκλοφορούν σε δίσκους γραμμοφώνου τουλάχιστον δέκα εκτελέσεις σε τσάμικο οργανικό σκοπό που σημείωσαν πολύ μεγαλύτερη επιτυχία. Ο ”Νταβέλης” ή ”Αράχωβα” ως συνηθίζεται να τιτλοφορείται θεωρείται από τα σημαντικότερα οργανικά τσάμικα και δεν υπάρχει μέρα και ώρα που στους χώρους που παίζονται δημοτικά τραγούδια να μη ακουστεί.

Ενώ κυκλοφορούν τόσες εκτελέσεις σόλο κλαρίνο, σε κανέναν σχεδόν δίσκο γραμμοφώνου δεν αναγράφεται το όνομα του σολίστα. Δεν συνηθιζόταν από τις δυο μεγάλες εταιρείες να αναγράφονται τα ονόματα των μουσικών στις γραμμοφωνήσεις. ”Συνοδεία δημώδους ορχήστρας” μόνο γράφουν.  Μόνο στου Δημήτρη Ντούτσια την εκτέλεση υπάρχει το όνομα του (Columdia 1951).

Σε δίσκους 45 και 33 στροφών κυκλοφορούν δεκάδες ηχογραφήσεις της ”Αράχωβας” σόλο.

Από τις ωραιότερες  εκτελέσεις είναι με το κλαρίνο του Βασίλη Σκαλιώτη στην εταιρεία POPOULAR του Αντώνη Πλωμαρίτη το 1969.

Είναι η πιο συγκεκριμένη διότι ενώ τα τραγούδι είναι σε δρόμο Moυστάρ  και περιορίζεται σε ματζόρε φράσεις και μόνο. πολλοί κλαρινίστες αλλά και τραγουδιστές χρησιμοποιούν και μινόρε περάσματα που δεν υπάρχουν στη συγκεκριμένη παραδοσιακή σύνθεση. Αν ακούσετε το Γιώργο Μεϊντανά θα δείτε ότι ακουμπά το δρόμο ουσάκ σε κάποια σημεία που δεν έχει σχέση με το τραγούδι. Γιαυτό αναφέραμε ότι η εκτέλεση του Βασίλη Σκαλιώτη που είναι η πιο λιτή είναι η σωστή.

 Ο λήσταρχος Δημήτρης Τζατζάς

Ο Δημήτρης Τζατζάς γεννήθηκε στην Κρανιά Λαρίσσης το 1889 από φτωχή οικογένεια που είχε έξι παιδιά και ήταν γνωστή στην περιοχή ως κατσικοκλέφτες. Το 1912 ο επιστάτης ενός μεγαλοκτήμονα χτύπησε και τραυμάτισε νύχτα ένα χωρικό που είχε διαφορές μαζί του και υπέδειξε ως υπαίτιο τον αδελφό του Δημήτρη Τζατζά, Νικόλα. Ο Δημήτρης μαθαίνοντας ότι ο αδελφός του είναι αθώος, ξυλοκόπησε τον επιστάτη και τρομοκράτησε όλους τους μάρτυρες κατηγορίες που είχε ορίσει το Δικαστήριο και άθώωσε τον αδελφό του. Βλέποντας την ικανότητά του να βάζει τα πράγματα στη θέση τους μόνος αποφάσισε να βγει στο βουνό και να συστήσει ληστρική συμμορία. Από τη λεία των ληστειών βοηθούσε πολλούς φτωχούς της περιοχής και είχε τη συμπάθεια και την κάλυψή τους. Εν τω μεταξύ ήταν ψηλός και γεροδεμένος με πολλά μαλλιά και άρεσε πολύ στις γυναίκες που το είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Ήταν επίσης και βραβευμένος σκοπευτής.  Το 1924 οργανώνει στο Στρυμωνικό μια μεγάλη ληστεία σε αυτοκηνητοπομπή ευπόρων επαγγελματιών που πήγαιναν για τη Θεσσαλονίκη. Οπλισμένος και φορώντας μια γαλλική στρατιωτική στολή τοποθέτησε σε μια στροφή του δρόμου συρματόπλεγμα και αναγάζοντας την αυτοκινητοπομπή να σταματήσει. Αφού τους ακινητοποίησε και τους άδειασε τα ρεζερβουάρ (για να μην προλάβουν να φθάσουν γρήγορα σε σημείο επικοινωνίας να καταγγείλουν το γεγονός) μαζί με την ομάδα του τους λήστεψε και εξαφανίσθηκε στις χαράδρες του Ολύμπου. Το 1929 στήνει μπλόκο στην Ελάτη που ήξερε ότι θα περάσει ένα καραβάνι πλουσίων οικογενειών που παραθέριζαν στο Περτούλι. Περίμεναν τον Αναστάσιο Αβέρωφ (πατέρα του Ευάγγελου Αβέρωφ) ο οποίος συμπτωματικά δεν ακολούθησε τους άλλους πλούσιους παραθεριστές εκείνη τη μέρα και ο Τζατζάς με την απειλή όπλων απήγαγε τον Γερουσιαστή Χατζηγάκη (πατέρα του υπουργού της ΝΔ) ένα εύπορο γιατρό ένα ενωματάρχη και άλλον έναν ταξιδιώτη και εξαφανίζονται στα βουνά της Θεσσαλίας. Η συμμορία ζητούσε ως λύτρα τέσσερα εκατομμύρια δραχμές αλλά δεν κατάφεραν να τα πάρουν παρότι τα είχαν συγκεντρώσει οι οικογένειες των ομήρων. Ήταν δύσκολο να μετακινούνται επί δέκα ημέρες χωρίς φαγητό με τέσσερους ομήρους καθότι ο Χατζηγάκης ήταν ηλικιωμένος και δυσκίνητος και ήταν πολύ πιθανό να τους εντωπίσουν οι Χωροφύλακες γιαυτό πείσθηκαν από το όμηρο γιατρό να τους ελευθερώσουν. Στην Αθήνα όμως είχε πραγματοποιηθεί έκτακτη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου και είχε αποφασισθεί η εξάρθρωση της συμμορίας με όποιο κόστος. Η κυβέρνηση Βενιζέλου αύξησε το ποσό της επικήρυξης του Τζατζά και μετά από δέκα μήνες εξαπέλυσε χωροφύλακες να χτενίσουν την περιοχή. Κάποια στιγμή έγινα αντιληπτοί και περικυκλώθηκαν από 15 αποσπάσματα χωροφυλάκων όπου τους εξολόθρεψαν. Το επικηρυγμένο κεφάλι του Δημήτρη Τζατζά παραδόθηκε στο Εγκληματικό Μουσείο. Είναι γεγονός ότι οι ληστές της εποχής είχαν την συμπάθεια των λαϊκών στρωμάτων καθότι όλοι σχεδόν οι ληστές με μεγάλη δράση μοίραζαν ένα μέρος των κλοπιμαίων και εξασφάλιζαν την εχεμυθειά τους.

Και έτσι ο λαός έγραψε και αφιέρωσε ένα τραγούδι και στο λήσταρχο Τζατζά που ηχογραφήθηκε γύρω στο 1932 με το ιεροψάλτη τραγουδιστή από το Αγρίνιο Σεραφείμ Γεροθεοδώρου. Το 1933 ”Ο Τζατζάς” διασκευάζεται από τον Κώστα Ρουμελιώτη και ξανά ηχογραφείται από την Columdia με τη φωνή του Γιώργου Παπασιδέρη.

«Στου Όλυμπου τις κορυφές ακούγονται ντουφέκια

χαλάσανε την κλεφτουριά σκότωσαν τους λεβέντες

πάει κι ο Μήτρος ο Τζατζας το πρώτο παληκάρι

που ήταν κορώνα στα βουνά..»

Στη ίδια περιοχή λήσταρχος με μεγάλη δράση αλλά και λαϊκή συμπάθεια ήταν και ο Χρήστος Φορφόλιας. Έχουν γραφτεί και για το Φορφόλια πολλά τραγούδια αλλά παρότι είναι γνωστά στην περιοχή δεν έτυχε να γραμμοφωνηθεί κανένα.

Ο λήσταρχος Φώτης Γιαγκούλας

Ένας ακόμη θρυλικός ληστής που δρούσε στην περιοχή των Πιερίων, του Ολύμπου, της Ελασσόνας αλλά και της Κοζάνης είναι χιλιοτραγουδισμένος Φώτης Γιαγκούλας. Ήταν πολύ όμορφος πανέξυπνος αλλά και αιμοσταγής. Λέγεται ότι είχε σφάξει με τη μαχαίρα του που ονόμαζε ‘’Παρδάλα’’ τουλάχιστον 54 άτομα. Ισχυριζόταν ότι υπηρετεί το δίκαιο και μεριμνά για αυτά που δεν φροντίζει το κράτος. Φυσικά φερόταν πάντα σαν προστάτης των φτωχών και των κατατρεγμένων όπως όλοι οι ληστές και μεταμφιεζόμενος κυκλοφορούσε στα πιο απίθανα μέρη υποκλέπτοντας ακόμη και τα σχέδια εξόντωσης του. Λέγεται ότι μια φορά έτρωγε σε ένα εστιατόριο και δίπλα σε κάποιους που το κηνυγούσαν και συζητούσαν για αυτόν και όταν έφυγε άφησε κάτω από το πιάτο ένα χαρτάκι που έγραφε «Βασιλεύς των Ορέων Γιαγκούλας» Σύμφωνα με την παράδοση ο Γιαγκούλας βγήκε στα βουνά ως ληστής από μια ασήμαντη αφορμή. Μετά την κατηγορία ζωοκλοπής, τον βασάνισαν και τον έκλεισαν σε φυλακή στην Αθήνα. Καθώς όμως τον μετέφεραν με τρένο στη Θεσσαλονίκη για να δικαστεί για κάποια άλλη υπόθεση,  δραπέτευσε στο σταθμό του Πυργετού και κατέφυγε ληστής στα βουνά. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1925 η συμμορία του Γιαγκούλα ενώθηκε με τη συμμορία Μπαμπάνη και πραγματοποίησαν την τελευταία τους απαγωγή στο Γκουνταμάνι Ολύμπου, παίρνοντας δύο μικρά παιδιά ως ομήρους. Εξοργισμένη η κυβέρνηση απέστειλε μεγάλη δύναμη χωροφυλάκων όπου τους περικύκλωσαν στην περιοχή Κεφαλόβρυση του Ολύμπου και στις 20 Σεπτεμβρίου του 1925 ο Γιαγκούλας σκοτώνεται.  Στην ίδια συμπλοκή που κράτησε 8 ώρες σκληρής μάχης σκοτώθηκαν και οι συνεργάτες του Πάνος Μπαμπάνης και ο λήσταρχος Τσαμήτρας. Το απόσπασμα είχε απώλεια τον Χωροφύλακα Κώστα Σαλιώρα.

Τα κεφάλια των ληστών κόπηκαν από τους χωροφύλακες και εκτέθηκαν για μερικές μέρες στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Κατερίνης.

Το κεφάλι του Φώτη Γιαγκούλα (είναι η φωτογραφία που βλέπετε ακριβώς επάνω) καθώς και το μαχαίρι του εκτίθενται στο Εγκληματολογικό Μουσείου στο Γουδί δίπλα στα άλλα 11 ταριχευμένα κεφάλια άλλων (11) ληστών.

Ο μύθος του Φώτη Γιαγκούλα δίνει λαϊκό έναυσμα για πολλές παραλλαγές τραγουδιών. Το 1930 ηχογραφείται στην Αμερική από την Columdia το πρώτο τραγούδι για το Φώτη Γιαγκούλα με την Διαμάντω Βασιλάκου και αργότερα πάλι από την Columdia  με τον Πάνο Τσίγκαρο. Τη ίδια χρονιά στην Ελλάδα η ODEON ηχογραφεί το ”Γιαγκούλα” με το Γιώργο Παπασιδέρη, η Columdia  με τον Αντώνη Νταλκγά και η His Masters Voice σε διασκευή του Νίκου Ρέλλια με το Βαγγέλη Ζαραλή. Στην μετά γραμμοφώνου εποχή ακολούθησαν πολλές επανεκτελέσεις . Μια παραλλαγή του Φώτη Γιαγκούλα ηχογραφήθηκε το 2000 με την χορηγία του Πάλκου με τον Άγγελο Ψαρρά.

Βαθειά βαθειά στη ρεματιά βόσκουν πρόβατα κι αρνιά

μια βλαχοπούλα τα ‘βόσκε Φώτης Γιαγούλας πέρναγε

Γεια σου χαρά σου λυγερή καλώς το Φώτη το ληστή

Που τον γνωρίζεις το ληστή τούτο έρημο σκυλί

Τον γνώρισα απ’ τα άρματά του και από την ψηλή κορμοστασιά του…

Άλλη παραλλαγή λέει:

Μια βοσκοπούλα έκλαιγε Φώτη Γιαγκούλα έλεγε

Φώτη που τα ‘χεις άρματα τα πήραν τ’ αποσπάσματα..

Άλλη παραλλαγή:

«Μπαμπάνη μου τι σκέπτεσαι τι βάζεις με το νούσου

Γιαγκούλα άκου να σου πω το όνειρο που είδα

Είδα στο ύπνο να ‘ρχεται φίδι με δυο κεφάλια

Πάμε Φώτη να φύγουμε να πάμε  σ’ άλλον τόπο…»

 

Οι Ρετζαίοι ληστές της Ηπείρου

Η συμμορία που λυμαινόταν την Ήπειρο ήταν των αδελφών Γιάννη και Θύμιου Ρέτζου οι αποκαλούμενοι «Βασιλείς της Ηπείρου». Είχαν γεννηθεί στο Ανώγι της Πρέβεζας το 1896 και 1899 αντίστοιχα. Η αφορμή που βγήκαν στο βουνό ήταν η δολοφονία των δολοφόνων του πατέρας τους ο ποίος είχε εξαφανισθεί μυστηριωδώς οκτώ χρόνια ενωρίτερα το 1909. Κάποιος τους αποκάλυψε ότι τον είχαν σκοτώσει και τον πέταξαν σε μια τρύπα. Βρίσκοντας το σκελετό του το 1917 πείστηκαν προέβησαν στη δολοφονία των υπαιτίων και από τότε βγήκαν στα βουνά. Μάλιστα ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Γιάννης υπηρετούσε τη θητεία του και όταν έμαθε ποιοί σκότωσαν το πατέρα του λιποτάχτησε παίρνοντας μαζί του και το όπλο του με το οποίο σκότωσε μαζί με τον αδελφό τους του υπαιτίους. Ενώ για όλους τους λήσταρχους (Γιαγκούλα, Φορφόλια, Νταβέλη, Τζατζά) έχει καταγραφεί ότι είχαν κερδίσει τη λαϊκή συμπάθεια, για τους Ρετζαίους δεν προκύπτει από πουθενά κάτι τέτοιο. Μέχρι το το 1924 που έκαναν χρήση του νόμου Πάγκαλου που έλεγε ότι όποιος ληστής σκοτώσει ένα ληστή θα αμνηστεύεται και θα του δίνεται αν το επιθυμεί και δουλειά στο δημόσιο είχαν διαπράξει εκατοντάδες ληστείες απαγωγές αλλά και τουλάχιστον 80 φόνους. Θεωρούνται από τους πιό αιμοσταγείς ληστές που τους έτρεμε ολόκληρη η Ήπειρος. Μπροστά τους όλες οι αρχές ακόμη και η Χωροφυλακή στεκόταν προσοχή. Το κράτος ήταν τόσο αδύναμο που δεν το υπολόγιζαν καθόλου. Δικαιοσύνη απένεμαν αυτοί όπως τους βόλευε σε κάθε περίπτωση. Οι Ρετζαίοι για να ενταχθούν στην αμνηστία, σκότωσαν τους συντρόφους τους Σταύρο Σιντόρη και Κοντογιώργη και στη συνέχεια κατετάγησαν στη Χωροφυλακή Ιωαννίνων. Στα Γιάννενα τους υποδέχτηκαν ως μεγάλες προσωπικότητες  και τους επευφημούσαν, άλλοι από αφέλεια άλλοι από φόβο και άλλοι από ανακούφιση.  Μια λαϊκή παροιμία όμως λέι ‘’Ο λύκος τρίχα αλλάζει όχι χούι’’ Έτσι και Ρετζαίοι, εκμεταλευόμενοι το πόστο τους, όχι γνώμη δεν άλλαξαν αλλά σχεδίασαν ακόμη πιο παράνομες πράξεις. Γνωρίζοντας επερχόμενη χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας, που μετέφερε από την Πρέβεζα στα Γιάννενα 15.000.000 δραχμές έβαλαν παλιούς συντρόφους με τους οποίους δεν είχαν κόψει τις επαφές και έκλεισαν το δρόμο με ένα κορμό δέντρου ώστε να ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο και να ορμήσουν να το ληστέψουν. Έτσι και έγινε όταν πλησίασε το αυτοκίνητα οι ληστές πυροβόλησαν από τις δύο πλευρές και ο οδηγός προσπαθώντας να τους αποφύγει έχασε τον έλεγχο έπεσε σε χαράδρα οπού τραυματίσθηκαν σοβαρά οι οκτώ επιβαίνοντες . Αμέσως τους πλησίασε η συμμορία και τους αποτελείωσαν με τα όπλα. Από ότι εκτίμησε η Χωροφυλακή, σκοπός των ληστών ήταν ο θάνατος όλων των επιβαινόντων για να μη υπάρξουν συγκεκριμένες πληροφορίες. Κινητοποιήθηκε αμέσως εισαγγελία, χωροφυλακή αλλά και μεγάλες δυνάμεις Στρατού προβαίνοντας σε εξονυχιστικούς ελέγχους και σε συλλήψεις κάνοντας βιαιότητες σε βάρος των κατοίκων της περιοχής. Όπως λέει όμως και ο σοφός λαός ‘’Τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει’’.  Οι χωροφύλακες Ρετζαίοι είχαν πληροφορίες για την χρηματαποστολή από καιρό και η ομάδα τους είχε καταστρώσει σχέδιο που επεξεργαζόταν από την Μονή Προφήτη Ηλία κάνοντας διάφορες πρόβες. Ο ηγούμενος Παπαγιάνης που είχε άλλοθι διότι ήταν πρώην οπλαρχηγός συνεργάσθηκε μαζί τους χωρίς να τον υποπτευθούν ούτε μετά από τη ληστεία. Τα αποσπάσματα έψαχναν σε εντελώς άσχετες κατευθύνσεις αλλά ανώτατος αξιωματικός που ήλθε από τα Ιωάννινα διέταξε το ξεσκόνισμα της περιοχής της ληστείας όπου βρέθηκε ένα μισοφαγωμένο πρόσφορο που οδήγησε τις ανακρίσεις στο Μοναστήρι.

Η Χωροφυλακή συνέλαβε και βασάνισε δεινά τον Παπαγιάννη όπου ομολόγησε ότι γνώριζε για τη ληστεία που θα γινότανε. Συλλαμβάνοντας τους υπαιτίους προέκυψε ότι ήταν όργανα των Ρετζαίων οι οποίοι πληροφορούμενοι ότι τους αγγίζει ή έρευνα εξαφανίστηκαν από τα Γιάννενα. Διέθεσαν ένα μεγάλο ποσό από τα λεφτά που είχαν αποκομίσει την περίοδο των ληστείων και εξασφάλισαν αλβανικά διαβατήρια, με διαφορετικά ονόματα και πέρασαν με το καράβι στην Ιταλία και μετά από λίγες ώρες αναχώρησαν με το τραίνο για τη Σερβία. Είχε βέβαια εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψής τους και η ληστεία τους είχε απασχολήσει ολόκληρο τον τότε ευρωπαϊκό Τύπο. Ίσως πρόκειται για την μεγαλύτερη μέχρι τότε ληστεία στην Ευρώπη. Οι ελληνικές αρχές πληροφορήθηκαν την διαμονή τους και ζήτησαν άδεια από την Σερβικές αρχές να μεταβούν στη χώρα τους να τους αναζητήσουν και να τους συλλάβουν. Μάταια, οι ληστές τους αντιλήφθηκαν και πέρασαν στη Ρουμανία. Εκεί συνελήφθησαν αλλά κατόρθωσαν και δραπέτευσαν διαφεύγοντας στη Βάρνα της Βουλγαρίας εμφανιζόμενοι ως μεγαλέμποροι σιτηρών. Προφανώς τα ποσά που είχαν αποκομίσει από τις ληστείες ήταν μεγάλα και τους βοηθούσαν στις ‘’δραπετεύσεις’’. Στη Βάρνα άνοιξαν ένα γραφείο εισαγωγών εισαγωγών με τα ψεύτικα ονόματά τους αλλά τους ανακάλυψε η Ασφάλεια της Ρουμανίας και ενημέρωσε τις Ελληνικές αρχές. Το Φθινόπωρο του 1928 μετέβησαν εκεί Έλληνες αστυνομικοί και σε συνεργασία με την Βουλγαρική αστυνομία τους συνέλαβαν τους επιβίβασαν σιδηροδέσμιους στο τραίνο και τους έφεραν στην Ελλάδα όπου και προφυλακίσθηκαν να περάσουν από δικαστήριο που τους καταδίκασε σε θάνατο. Την επόμενη χρονιά ξεκίνησε, στο Πενταμελές Εφετείο της Κέρκυρας, η δίκη για την ληστεία της Πέτρας όπου κράτησε ένα μήνα. Στις 7 Οκτωβρίου του 1929  που λοκληρώθηκε, τα αδέρφια Γιάννης και Θύμιου Ρέτζος και τρεις συνεργάτες τους, Ευάγγελος Κόκαλης, Κωνσταντίνος Καψάλης και Φίλιππας Διαμάντης καταδικάστηκαν σε θάνατο ενώ οι υπόλοιποι 16 εμπλεκόμενοι στη ληστεία,σε ισόβια κάθειρξη.

Η διαταγή για την εκτέλεσή τους, διαβιβάστηκε στον διευθυντή των φυλακών Κερκύρας στις αρχές του Μάρτη του 1930, και κρατήθηκε μυστική μέχρι και την ημέρα της εκτέλεσης διότι υπήρχε φόβος γαι απόδραση ή απαγωγή των μελοθάνατων κακοποιών. Το πρωί της 5 Μαρτίου του 1930 έφτασε στις φυλακές ο διοικητής Χωροφυλακής Αθηνών συνοδευόμενος από το διοικητή Χωροφυλακής Κερκύρας και με ισχυρή φρουρά δεκάδων χωροφυλάκων οδηγούν τους μελοθάνατους σε παρακείμενη περιοχή κοντά στο παλιό φρούριο της Κέρκυρας όπου παρουσία του εισαγγελέα Γιαννόπουλου που διάβασε την απόφαση εκτελέστηκε η ποινή τους που την παρακολούθησαν και οι μαθητευόμενοι αστυνομικοί της Σχολής Κερκύρας. Το εκτελεστικό απόσπασμα αποτελείτο απο 30 κατώτερους αξιωματικούς της Χωροφυλακής, 15 χωροφύλακες και 15 στρατιωτικούς. Ο ορισθείς γιατρός επιβεβαίωσε το θάνατό τους και μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο, όπου οι συγγενείς τους περίμεναν να παραλάβαν τα πτώματά τους.

Αργότερα το όνομα των Ρετζαίων μνημονεύεται μέσα από το δημοτικό τραγούδι του Γιώργου Παπασιδέρη που ηχογραφήθηκε το 1935 από την Columbia

Πολλά ντουφέκια πέφτουνε σε Κέρκυρα κι Αθήνα

σκοτώνουνε την κλεφτουριά Ρετζαίους και Κουμπαίους

Τους σταυραετούς στα Γιάννενα και στα καπετανάτα

για το κακό που έκαναν στης Πρέβεζας την Πέτρα

Άλλη παρραλαγή:

Το τι κακό που έγινε στις Πρέβεζας την Πέτρα

σκοτώσανε εννιά ψύχες και το σωφέρη δέκα

Τα δυο ανήμερα θεριά οι αδελφοί Ρετζαίοι

από καιρό σχεδίαζαν της Πέτρας το καρτέρι

Γράμμα τη νύχτα στείλανε στο αυτό Λαμπρό Στάθη

να συναχτούν οι συνεργοί στα Γιάννενα να πάνε

Οι συνεργοί συνάχτηκαν στα Γιάννενα να πάνε

στου  Θύμιου ανταμώσανε και συριγολογάνε.

Θύμιος Γάκης

Το πραγματικό όνομά του ήταν Βασίλης Αδάμος και είχε γεννηθεί στο χωριό Μεσούντα της Άρτας το 1885 και δρούσε με τη συμμορία του στην ορεινή περιοχή των Τζουμέρκων και των Αγράφων. Το όνομα του έγινε πασίγνωστο από την χιλιοτραγουδισμένη ληστεία – απαγωγή της κόρης του Νικολάκη Αβέρωφ Ευδοκίας της λεγόμενης ”Βασιλαρχόντισσας”στις 27 Ιουλίου του 1884 στο Μέτσοβο. Σύμφωνα με ιστορικούς συγγραφείς «Η απαγωγή έγινε μετά από προτροπή του Μετσοβίτη Γεωργίου Ντάλα και το Μεσολογγίτη Φλέγκα, που εργαζόταν στο Μέτσοβο και τον οποίο είχε δείρει ο Νικολάκης Αβέρωφ, επειδή πέρασε από το Κουλτούκι της εκκλησίας του Μετσόβου, όπου κάθονταν μόνο οι άρχοντες. Οι ληστές μετά την απαγωγή κατέφυγαν στο πυκνοδάσος της Βάλια Κάλντα και σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή στην περιοχή Περτουλίου Τρικάλων.  Ο Γάκης συνελήφθη το 1894, κατόπιν προδοσίας, και δικάστηκε στα Γιάννενα σε ισόβια δεσμά. Η μαρτυρία της Βασιλαρχόντισσας Ευδοκίας στη δίκη, ότι ο Γάκης κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της την προστάτεψε, στάθηκε ικανή για τη μη καταδίκη του ληστή σε θάνατο. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μετά την αποφυλάκιση του (με απόδοση χάριτος), κατέφυγε με τη βοήθεια των Χατζηγακαίων στο Παπασλί της Μ. Ασίας, όπου παντρεύτηκε την κόρη του εκεί δημάρχου, Παναγιώτη Κλάρα, Ευαγγελία. Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία ο Θύμιος Γάκης μαζί με μια ομάδα που είχε συγκροτήσει πολέμησε γενναία πλάι στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού όπου και φονεύτηκε το 1919. Το τραγούδι της απαγαγομένης Ευδοκίας Αβέρωφ μετονομαζομένης ως ‘’Βασιλαρχόντισσα’’ είναι από τα πιό αγαπημένα τραγούδια των Ηπειρωτών και έχει ηχογραφηθεί σε τουλάχιστον είκοσι εκτελέσεις.

Πρωτοηχογραφήθηκε στην Αμερική γύρω το 1923 από την Columbia με το μετανάστη Σωτήρη  Στασινόπουλο από την Δάφνη Καλαβρύτων και το 1930 από την Panhellenion το με το  Σάββα Κίτσο.

Στην Ελλάδα ηχογραφείται το 1929 από His Masters Voice με το Βαγγέλη Ζαραλή,το 1930 με το Δημήτρη Αραπάκη και το 1951 με τη φωνή του Φώτη Χαλκιά που είναι από τις ωραιότερες εκτελέσεις που παίρνουν όλοι οι τραγουδιστές ως πρότυπο.

Το 1933 ξαναηχογραφείται από την ODEON με το Δήμο Χολέβα.

Στη δισκογραφία των 45 κα 33 στροφών υπάρχει σε δεκάδες εκτελέσεις. Μια από αυτές είναι με τη φωνή της Γιώτας Χαλκιά συνοδεία του κλαρίνου του Μάκη Βασιλειάδη που ηχογραφήθηκε με την χορηγία του Πάλκου το 1995.

Στο τραγούδι η πρωταγωνίστρια μετονομάζεται ως Βασιλαρχόντισσα είτε, διότι ο λαϊκός συνθέτης δυσκολευόταν να σχολιάσει το πρόσωπο της εύρωστης και παντοδύναμης οικογένειας των Αβέρωφ είτε, διότι ο συνθέτης εννοεί Βασίλισσα-Αρχόντισσα . Όπως και να ‘ναι, είναι σ’ όλους γνωστό ότι το τραγούδι είναι αφιερωμένο στην απαγωγή της Δούκως (Ευδοξίας) Αβέρωφ.

«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, Βασιλαρχόντισσα.
Δεν είναι κι αμαρτία να ειν’ η  η Βασίλω σ’ ερημιά;

Να ειν’ η Βασιλω σ’ ερημιά, σε κλέφτικα λημέρια

να στρώνει πεύκα στρώματα και οξυές προσκεφαλάκια

κι ο Θύμιος Γάκης , φώναξε από ψηλή ραχούλα,

για σήκω Βάσω κι έφεξε τα λύτρα σου ερχόντε »

Ο λήσταρχοι Λύγκοι

Καταγόταν από το Χέλι Αργολίδας και έδρασαν τον 19ο αιώνα στις  περιοχές Αρκαδίας, Κορινθίας και Αργολίδας. Πρόκειται για δύο άτομα, τον Γιώργο Λύγκο το λεγόμενο ”Παππού” και τον ”Λύνγκο το λεβέντη” που ονομαζόταν Αναστάσης.  Σύμφωνα με την παράδοση ο ΓεροΛύγκος βγήκε στα βουνά διότι το 1850 που ήλθε η ηλικία του να υπηρετήσει φαντάρος  ύστερα από προτροπή ενός απατεώνα Αθηναίου δικηγόρου που του είχε αποσπάσει διάφορα αγαθά υποσχόμενος ότι θα βάλει κάποιο ”μέσον” να απαλλαχτεί, το απέφυγε και κηρύχτηκε φυγόστρατος. Όταν ένα στρατιωτικό απόσπασμα που τον έψαχνε έφθασε στο χωριό του ο Λύνγκος βγήκε στα βουνά για να γλιτώσει. Οι τσοπάνηδες που τον έκρυβαν και τον συντηρούσαν υφίσταντο οικονομικέ κυρώσεις από τα αποσπάσματα και ο Λύγκος για να τους καλύψει τη ζημιά  έκανε μικρό-κλεψιές και ληστείες  και χωρίς να έχει πρόθεση μπήκε στην παρανομία. Αργότερα δόθηκε αμνηστία σ’ όλους τους ανυπότακτους και ο Λύγκος γύρισε σπίτι του αλλά δεν του άρεσε να δουλεύει στο κοπάδι και στα χωράφια διότι είχε μάθει στα εύκολα κέρδη και βγήκε πάλι στο βουνό οργανώνοντας ολόκληρη συμμορία. Αφού δεν κατατάχθηκε στο Στρατό παρά την αμνήστευση του τα αποσπάσματα το αναζητούσαν και βιαιοπραγούσαν κατα του ανηψιού του Αναστάση Λύγκου για να τους αποκαλύψει το κρυσφήγετο του θείο του. Συνεχώς τον απειλούσαν ότι θα πάει φυλακή που δεν αποκαλύπτει που βρίσκεται ο θείος του και για να τους αποφύγει βγήκε και αυτός στα βουνά προσχωρώντας στη συμμορία του ”Παππού”.  Αργότερα αποσπάστηκε και έκανε δική του με το όνομα  Λύγκος ο Λεβέντης για να ξεχωρίζει από το θείο του. Σύμφωνα με τους ιστορικούς ο Γέρο Λύγκος δεν σκότωσε ποτέ κανένα και δεν έκλεβε ούτε ζητούσε υπερβολικά πράγματα. Ήταν της άποψη ότι ο ληστεμένος έπρεπε να κρατήσει και αυτός τα 4/5 της περιουσίας του «για να ζήσει και αυτός και η ληστεία δεν πρέπει να ξεπερνά το ένα πέμπτο των αγαθών του μεγαλοκτήμονα ληστεμένου». Η τακτική του αυτή τον είχε καταστήσει αγαπητό στην κοινωνία και υποστηριζόταν από πολύ κόσμο. Ο γεροΛύγκος σκοτώθηκε το 1867 σε μια συμπλοκή με τα αποσπάσματα.

Πουλί μου τι μας άργησες δεν φάνηκες ακόμα

μην είδες μην απήντησες το Λύγκο το λεβέντη

Εχθές προχθές το είδαμε στα Βλάχικα κονάκια που πάντρευε μια ορφανή

Πρόκειται για μια ωραία ερμηνεία του Μιχάλη Καλέργη που ηχογραφήθηκε από τη το 1938 από την ODEON. Στο κλαρίνο ο θρυλικός Νίκος Καρακώστας.

”Π” Για τους λήσταρχους Ρετζαίους τις περισσότερες πληροφορίες και τις φωτογραφίες πήραμε από το βιβλίο του Νίκου Ι. Πάνου από την Φιλιππιάδα Πρεβέζης με τίτλο Ρετζαίοι «Οι βασιλείς της Ηπείρου» στο οποίο υπάρχει όλη η ιστορία των λήσταρχων. Πρόκειται για μια πολυετή επίπονη εργασία σε επίπεδο τουλάχιστον Μεταπτυχιακής ή Διδακτορικής μελέτης με χιλιάδες τεκμηριωμένες πληροφορίες, φωτογραφίες, δημοσιεύματα, ΦΕΚ και πολλά άλλα υψίστης ιστορικής σημασίας έγγραφα.

-Κε Πάνο, (παρότι δεν σας γνωρίζω), σας εκφράζω τα συγχαρητήρια μου για το ήθος και το μεράκι σας, και αν ήμουν στη θέση σας θα ένιωθα πολύ υπερήφανος για αυτή τη διατριβή η οποία δεν περιορίζεται στο βίο των λήσταρχων αλλά σκιαγραφεί το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος και παραθέτει την εικόνα εκείνης της εποχής. Και πάλι συγχαρητήρια για την λεπτομερή ιστορική καταγραφή σας που μόνο όποιος θα διαβάσει το βιβλίο σας θα αντιληφθεί τη σημαντικότητα της εργασίας σας. Ευτυχώς που υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που εκτιμούν την αξία και την αναγκαιότητα της  καταγραφής της ιστορίας.

Γιάννης Μητρόπουλος

ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on tumblr